19 Μαρ 2010

Η κρίση είναι δική τους.

Έκανα κάποιες επιλογές από 2 εξαιρετικά άρθρα που διάβασα, του κ. Βασίλη Βιλιάρδου, ένα τωρινό και περσινό.
Αν δεν έχετε το χρόνο για όλα τα αποσπάσματα, διαβάστε τουλάχιστον τα τμήματα που τόνισα με έντονα γράμματα (bold)

Τα άρθρα βρίσκονται εδώ:
http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2010-03-18-22-35-02-2010031821257/

και εδώ http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/1496.aspx (Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 22.04.2009 στο Capital.gr)


Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι Οικονομολόγος (χρηματοοικονομικά), απόφοιτος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.




1. Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΛΥΣΗ

Μέσω της πώλησης ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα μπορέσουμε να μειώσουμε το χρέος και τα ελλείμματα μας, καθώς επίσης σε ποιες ακριβώς Αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα;
Εμείς θέλουμε να δουλέψουμε παραγωγικά, δεν είμαστε «οκνηροί», δεν μας αρέσει να χρωστάμε, δεν επιθυμούμε να είμαστε υπόλογοι σε κανέναν και προφανώς δεν θέλουμε να πουλήσουμε τη δημόσια περιουσία μας.
Πώς να το κάνουμε όμως πρακτικά, όταν μας έχουν αφαιρεθεί όλα τα εργαλεία χειρισμού της οικονομίας μας από την ΕΚΤ, ενώ ταυτόχρονα αποκλειόμαστε από όλες τις αγορές του εξωτερικού, σιγά-σιγά και από αυτές της ίδιας μας της χώρας;

Εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν μας εξασφαλίζουν τις αγορές τους για τα προϊόντα μας αυξάνοντας το ΑΕΠ μας, μας αποκλείουν σταδιακά από τη δική μας (Lidl, Aldi, Makro, Media Markt, Vinci, Hochtief, Carrefour, Unilever, αεροδρόμια, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες κλπ), δεν στέλνουν τους πολίτες τους να κάνουν διακοπές στην Ελλάδα, δεν χρησιμοποιούν τη ναυτιλία μας για τις μεταφορές τους, δεν κάνουν ευρύτερα χρήση του τομέα των υπηρεσιών μας (75% του ΑΕΠ), δεν επενδύουν εδώ σε παραγωγικές μονάδες για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα μας (αλλά μόνο εκμεταλλεύονται τις ανόητες καταναλωτικές μας επιδόσεις), δεν προστατεύουν ενεργά (με δικό τους πολεμικό εξοπλισμό) τα σύνορα μας, δεν μας προσφέρουν χαμηλά επιτόκια και δεν ενδιαφέρονται για την επίλυση των προβλημάτων μας, για τι ακριβώς τους χρειαζόμαστε;

Ακόμη και σαν αποικία ή δορυφόρος τους, ειδικά σε μία περίοδο παγκόσμιας ύφεσης, δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να εξασφαλίζουν την επιβίωση και τη μη χρεοκοπία μας, αφού στην κυριολεξία μας απαγορεύουν να δραστηριοποιηθούμε μόνοι μας;

Εγκαταστάθηκαν εδώ, δημιούργησαν ολιγαρχίες, διέφθειραν συνειδήσεις (Siemens κλπ), έφτιαξαν δρόμους για την «εισβολή» των επιχειρήσεων τους, απομυζούν τη φορολογική βάση μας (φοροαποφυγή), εξάγουν τα προϊόντα τους εξασφαλίζοντας τις δικές τους θέσεις εργασίας, τοκίζουν με μεγάλα κέρδη τα χρήματα τους, κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο μας, επιβάλλουν τις πολιτικές τους και ταυτόχρονα μας κατακρίνουν διασύροντας μας, για να εισπράξουν ακόμη περισσότερα εις βάρος μας.

Ποιος αλήθεια χρειάζεται ποιόν και ποιος τελικά εκμεταλλεύεται ποιόν;


Επανερχόμενοι στο παρόν διαπιστώνουμε ότι, αυτό που απαιτείται σήμερα δεν είναι ο νέος δανεισμός της Ελλάδας, ο οποίος θα κατευθυνόταν ξανά στην κατανάλωση (στα «συμμαχικά» ταμεία), «υποθηκεύοντας» ακόμη περισσότερο το μέλλον των επομένων γενεών. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι η χρηστή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών μας, καθώς επίσης το άνοιγμα των αγορών των πλεονασματικών χωρών της Ευρώπης, οι οποίες θα πρέπει βέβαια να αυξήσουν την εσωτερική τους κατανάλωση – μειώνοντας τη φορολογία των πολιτών τους και αυξάνοντας τις αμοιβές τους, οι οποίες περιορίσθηκαν κατά -14% από την έναρξη της Ευρωζώνης.

Ήδη το ΔΝΤ «καλεί» τόσο τη Γερμανία, όσο και την Κίνα, να στηρίξουν την ανάπτυξη στην εσωτερική τους αγορά – να πάψουν να αναπτύσσονται δηλαδή εις βάρος όλων των υπολοίπων χωρών του πλανήτη, καταπιέζοντας τους υπερβολικά πειθαρχικούς, δικούς τους λαούς και δημιουργώντας τεράστιες ανισορροπίες στο σύστημα. Εκτός αυτού, με βάση μία πρόσφατη μελέτη ενός εξαιρετικού Γερμανού δημοσιογράφου, οι αμοιβές των εργαζομένων σε πολλές γερμανικές αλυσίδες λιανικής είναι χαμηλότερες ακόμη και από τις αντίστοιχες στην Τουρκία.

Αντί να αναζητούμε λοιπόν πιστώσεις από τη Γερμανία ή από τη Γαλλία, θα ήταν κατά πολύ προτιμότερο να απαιτήσουμε τη «συμμόρφωση» τους με το πνεύμα μίας πραγματικής Ένωσης. Επί πλέον, να «αιτηθούμε» τη διεξαγωγή ειδικών προωθητικών ενεργειών για τα Ελληνικά τρόφιμα και ποτά από τις αλυσίδες λιανικής των χωρών τους, διαφημιστικές καμπάνιες για τον Ελληνικό τουρισμό, με προαγορά ξενοδοχειακών πακέτων διακοπών, εισαγωγές των βιομηχανικών προϊόντων μας, καθώς επίσης οτιδήποτε άλλο θα δημιουργούσε συνθήκες επαναβιομηχανοποίησης, καλυτέρευσης της ανταγωνιστικότητας και αύξησης των θέσεων εργασίας στην Ελλάδα.

Από την άλλη πλευρά, εμείς θα πρέπει να καταναλώνουμε κυρίως Ελληνικά προϊόντα (το «δικαιούμαστε», τουλάχιστον έως ότου εξυγιανθούμε), βοηθώντας έτσι στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, καθώς επίσης στην ανάπτυξη των ήδη υφισταμένων. Η υγιής εσωτερική ζήτηση, σε συνδυασμό με την αύξηση των εξαγωγών μας, είναι άλλωστε η μοναδική δυνατότητα εξισορρόπησης της έντονης μείωσης του ΑΕΠ μας - η οποία θα προκληθεί «νομοτελειακά», από την υπερβολική αύξηση της φορολογίας, καθώς επίσης από τα υπόλοιπα «ΔΝΤ-μέτρα» (μείωση μισθών κλπ) που επιβλήθηκαν στη χώρα μας.

Αυτά που έχουμε απόλυτη ανάγκη είναι, μεταξύ άλλων, το άνοιγμα των αγορών των ευρωπαϊκών «εταίρων» για τα Ελληνικά προϊόντα, τη διενέργεια παραγωγικών επενδύσεων εκ μέρους τους στην Ελλάδα, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για την οργάνωση-εξυγίανση του δημοσίου τομέα μας, καθώς επίσης τη συμμετοχή τους στην ομαλοποίηση των σχέσεων μας με την Τουρκία – αν όχι, τότε στα εξοπλιστικά προγράμματα μας, τα οποία απορροφούν διαχρονικά το 4% του ΑΕΠ μας (στη Γερμανία μόλις το 1,3% του ΑΕΠ).

Βέβαια, η Ελλάδα πληρώνει πολλά δισεκατομμύρια για την αγορά όπλων από τη Γερμανία – επίσης η Τουρκία. Σύμφωνα δε με την πρόσφατη αναφορά του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ειρήνης της Στοκχόλμης, η Γερμανία αναρριχήθηκε στην 3η θέση παγκοσμίως, μεταξύ των χωρών εξαγωγής όπλων, διπλασιάζοντας τις πωλήσεις της - κυριότεροι πελάτες της: η Ελλάδα και η Τουρκία.
Είναι φυσιολογικό λοιπόν το ότι, αφενός μεν η Γερμανία δεν έχει καμία διάθεση να διευκολύνει την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ, αφετέρου δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση την ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών, αφού κάτι τέτοιο θα μείωνε τις πωλήσεις όπλων εκ μέρους της σε αμφότερες.






2.Δημόσιο Χρέος: Μήπως θα πρέπει κάποτε να μας εξοφλήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση τις υποχρεώσεις της, επιτρέποντας μας να εξοφλήσουμε σωστά τις δικές μας;

[...] από την άλλη πλευρά, η λύση που θεωρείται ότι θα συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων μας, στηρίζεται στις επενδύσεις, μέσω των οποίων θα επιτευχθούν οι στόχοι μας.
Όμως, όταν τα φορολογικά μας έσοδα είναι περίπου 55 δις € ετησίως και δεν φτάνουν ούτε για να καλύψουν τουλάχιστον τις δαπάνες ύψους 49 δις € (πρωτογενείς), τους τόκους ύψους 11,3 δις € και τις επιστροφές δανείων (χρεολύσια) ύψους 26 δις € - συνολικά δηλαδή περίπου 86 δις € ετήσια έναντι 55 δις € -, δεν είναι ουσιαστικά δυνατόν να περιμένουμε σοβαρές επενδύσεις εκ μέρους του δημοσίου.

Βέβαια, θα μπορούσαμε θεωρητικά να αυξήσουμε τα φορολογικά μας έσοδα και να μηδενίσουμε τουλάχιστον το ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού (περί τα 6,3 δις €). Τα φορολογικά μας έσοδα όμως είναι γύρω στο 22% του ΑΕΠ μας, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2008, όταν για παράδειγμα τα αντίστοιχα της Γερμανίας το 2006 (πηγή: OCDE, Paris 2007) ήταν επίσης 22% και της Ιαπωνίας 18% (τότε τα δικά μας ήταν 17,4%).
Επομένως, συγκριτικά δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα, ενώ έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το 2006.

Κατ’ επακόλουθο, ακόμη και αν είχαμε τη θέληση, καθώς επίσης μία σταθερή κυβέρνηση, η οποία δεν θα αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα στη συλλογή των φόρων, θα μπορούσαμε αλήθεια να αυξήσουμε τη φορολογία; Η Ιαπωνία, όταν το 1997 αύξησε τους φόρους για να μειώσει το έλλειμμά της, οδηγήθηκε αμέσως στην ύφεση. Εμείς γιατί θα τα καταφέρναμε καλύτερα; Η ύφεση φυσικά σημαίνει ότι, ακόμη και με αυξημένους συντελεστές φορολόγησης, τα έσοδα μειώνονται αφού περιορίζεται το ΑΕΠ, με τα χρέη σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ να αυξάνονται ραγδαία.

Περεταίρω, ακόμη και εάν όλες οι υπόλοιπες συνθήκες (παγκόσμια οικονομική κρίση, προβληματισμοί στο εσωτερικό της χώρας κλπ) ήταν θετικές, η χώρα μας έχει χρόνιο και διαρκώς αυξανόμενο έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές της.
Αγοράζει δηλαδή περισσότερα από όσα πουλάει, οπότε είναι υποχρεωμένη να έχει ίσο αντίστοιχο πλεόνασμα στο λογαριασμό κεφαλαίου της – επομένως, να πουλάει περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από όσα αγοράζει, για να καλύπτει αυτές τις ανάγκες της και όχι για τη μείωση των χρεών της.

Για να μπορεί λοιπόν να καλύπτει το έλλειμμα της, θα πρέπει είτε να προσελκύει ξένους επενδυτές για την εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων της, είτε να δανείζεται από το εξωτερικό.

Ειδικότερα όσον αφορά το εξωτερικό χρέος του δημοσίου (περίπου το 65% του συνολικού, ήτοι περί τα 235 δις €), θα πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι σχεδόν 13,5 φορές υψηλότερο από τις εξαγωγές μας. Για σύγκριση, το 1991 το εξωτερικό χρέος της Ταϊλάνδης ήταν ελαφρώς μικρότερο από τις εξαγωγές της και ο οικονομολόγος κ. Κρούγκμαν το σχολιάζει στο βιβλίο του σαν «Όχι ασήμαντη αναλογία, αλλά μέσα σε ασφαλή όρια». Το αντίστοιχο της Λατινικής Αμερικής ήταν 2,7 μεγαλύτερο από τις εξαγωγές, κάτι που αξιολογούνταν σαν αρκετά επικίνδυνο.

Για να καταλάβει κανείς τη σοβαρότητα του ελλείμματος των 41 δις €, αρκεί να τη συγκρίνει με το αντίστοιχο του Μεξικού, ένα χρόνοι πριν (1993) από την παρά λίγο χρεοκοπία του (γνωστή σαν κρίση-τεκίλα, όπου το Μεξικό διασώθηκε χάρη στα 50 δις $ δάνειο που πήρε από της Η.Π.Α.).
Το ποσοστό αυτό ήταν 8% επί του ΑΕΠ και όχι 16,72% όπως σήμερα στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό οφειλόταν στο ότι, αν και το νόμισμα του Μεξικού παρέμενε σταθερό, αφού ήταν συνδεδεμένο με το δολάριο, ο πληθωρισμός ήταν μεγαλύτερος από αυτόν των Η.Π.Α., με αποτέλεσμα τα προϊόντα που παρήγαγε να μην μπορούν να ανταγωνιστούν τα αμερικανικά (ουσιαστικά το νόμισμα ήταν υπερτιμημένο).
Έτσι, μειώνονταν συνεχώς οι εξαγωγές του Μεξικού και αυξάνονταν οι εισαγωγές.

Κάτι αντίστοιχο όμως δεν συμβαίνει σήμερα και στην Ελλάδα, με τον πληθωρισμό εδώ να είναι σταθερά αρκετά μεγαλύτερος από το μέσο Ευρωπαϊκό; Επί πλέον σε εμάς, το νόμισμα μας δεν είναι απλά συνδεδεμένο με το € (οπότε θα μπορούσε να αποσυνδεθεί και να υποτιμηθεί), αλλά είναι το ίδιο το €, το ισχυρότερο σήμερα νόμισμα του κόσμου.
Τι θα γίνει λοιπόν εάν σταματήσει η χώρα μας να προσελκύει ξένους επενδυτές (λόγω για παράδειγμα αυξημένου ρίσκου, χρηματιστηριακής απαξίωσης κ.α.), καθώς επίσης εάν τελειώσουν τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία (ΟΤΕ, Ολυμπιακή κλπ), τα κερδοφόρα φυσικά που είναι δυνατόν να πουλήσει;

Το κράτος μας, εάν κρίνουμε από τη δυσκολία του να δανεισθεί μακροπρόθεσμα (6,14% επιτόκιο), παρά το ότι είναι μέλος της Ευρωζώνης, δεν θεωρείται ιδιαίτερα αξιόχρεο, ιδίως αφού καταλήγει να ζητάει βραχυπρόθεσμα δάνεια που πρέπει να ανανεώνονται συνεχώς.
Ακόμη βέβαια προσελκύει ξένους επενδυτές, κυρίως μέσω του χρηματιστηρίου, αφού γνωρίζουμε ότι το περίπου 50% της κεφαλαιοποίησης του (70 δις €) ανήκει σε αλλοδαπούς.

Περαιτέρω, απομένει η δυνατότητα της «σύλληψης της τεράστιας φοροδιαφυγής», για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και την επίλυση των προβλημάτων της Οικονομίας μας. Είναι όμως πράγματι τεράστια η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα, συγκριτικά με άλλες χώρες, όταν

α) τα φορολογικά μας έσοδα αντιστοιχούν στο 22% του ΑΕΠ μας, με τη Γερμανία στα ίδια επίπεδα και την Ιαπωνία χαμηλότερα;

β) δεν υπάρχει εκτεταμένη «ελληνική» φόρο-αποφυγή, αφού οι περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εδώ είναι δυστυχώς ξένες (οι ελληνικές εταιρίες είναι σχετικά μικρές για να κάνουν χρήση αυτών των οριακά νόμιμων δυνατοτήτων) και

γ) οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν απ’ ευθείας κόστη που σε άλλες χώρες επιβαρύνουν το δημόσιο, όπως φροντιστήρια, ιατρική περίθαλψη κ.α.;

Μία μέση οικογένεια πληρώνει για φροντιστήρια περί τα 3.000 € ετήσια ανά μαθητή, όταν η αντίστοιχη γερμανική δεν πληρώνει τίποτα.
Δεν είναι αυτός φόρος; Είναι μηδαμινός και μπορεί να αυξηθεί; Εάν δεν υπήρχαν τα φροντιστήρια, δεν θα έμεναν όλοι όσοι απασχολούνται σε αυτά άνεργοι, αναγκάζοντας το Δημόσιο να τους πληρώνει; Δεν ενισχύουν επομένως οι Έλληνες πολίτες απ’ ευθείας το Δημόσιο; Θα υπήρχαν γιατροί με αυτές τις αμοιβές, εάν δεν υπήρχαν οι «διευκολύνσεις»; Δεν «επιδοτούνται» λοιπόν αυτές οι αμοιβές απ’ ευθείας από τους Έλληνες πολίτες; Δεν είναι έμμεσοι, αν και αφανείς, φόροι;

Τέλος, αφήνοντας έξω τις ξένες επιχειρήσεις, τις σχετικά μεγάλες ελληνικές οι οποίες, εισηγμένες στο χρηματιστήριο, δύσκολα φοροδιαφεύγουν, καθώς επίσης τους μισθωτούς, μπορεί η φοροδιαφυγή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών να λύσει πραγματικά όλα τα προβλήματα της χώρας μας; Πόσες από αυτές θα κλείσουν, σε τελική ανάλυση, αν «συλληφθεί» η όποια φοροδιαφυγή ή εισφοροδιαφυγή τους; Ποια θα είναι τα πραγματικά αποτελέσματα για την Οικονομία και το κράτος μας, όταν τυχόν συμβεί κάτι τέτοιο;

Συμπερασματικά λοιπόν, είναι πραγματικά όμορφη η σκέψη να μειώσουμε το χρέος μας και να μηδενίσουμε τα ελλείμματά μας. Σαν άτομα και σαν χώρα, θα μας γέμιζε υπερηφάνεια κάτι τέτοιο, θα τόνωνε το ηθικό μας και θα πρόσθετε πολλά στην αξιοπρέπεια μας. Κανένας μας δεν θέλει να ακούει από τις άλλες χώρες, ότι χωρίς τη βοήθεια τους δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε, όπως και κανένας μας δεν θέλει να επιβαρύνει τις μελλοντικές γενιές με υπερβολικά χρέη και χωρίς αντίκρισμα υποχρεώσεις. Είναι όμως πράγματι ρεαλιστικό ή μήπως αποτελεί μία ακόμη υπερβολή του ιδιόμορφου χαρακτήρα μας;

Κατά την άποψη μας, όλα όσα λέγονται προς αυτή την κατεύθυνση είναι μάλλον εσφαλμένα - δυστυχώς εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Μη έχοντας

α) συναλλαγματικές δυνατότητες (υποτίμηση του νομίσματος μας για να μειώσουμε πληθωριστικά το χρέος μας, για να ενισχύσουμε τις εξαγωγές και τον τουρισμό, μειώνοντας ταυτόχρονα τις εισαγωγές κλπ, όπως συμβαίνει ήδη στην Τουρκία που σημειώνει αύξηση του τουρισμού της κατά 27%, όταν σε εμάς διαπιστώνεται μείωση 19%),

β) νομισματικές δυνατότητες (αυτόνομη κεντρική τράπεζα για τη διαχείριση των επιτοκίων κ.α.)

γ) δημοσιονομικές δυνατότητες (η ΕΕ ζητάει επίμονα την άμεση τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και τη μείωση των ελλειμμάτων, με όλα όσα όλα αυτά συνεπάγονται – περιορισμό των μισθών, λιτότητα, μειωμένη ζήτηση με το φόβο του αποπληθωρισμού κ.α.)

δ) μία «φιλική» δομή του ΑΕΠ μας απέναντι σε κρίσεις (στην Ελλάδα υπερισχύει ο τομέας των Υπηρεσιών, στον οποίο η αύξηση της παραγωγικότητας είναι πολύ πιο δύσκολη αφού, μεταξύ άλλων, οι άνθρωποι που υποχρεωτικά τον στελεχώνουν, δεν έχουν τις ιδιότητες των μηχανών) και

ε) την οικονομική και λοιπή βοήθεια της ΕΕ, αφού εμείς δεν έχουμε καμία ελευθερία κινήσεων κλπ,

είναι αδύνατον να εξέλθουμε από τα προβλήματα της οικονομίας μας, ακόμη και αν δεν υπήρχε η παγκόσμια οικονομική κρίση, αν είχαμε την καλύτερη κυβέρνηση του κόσμου, τον ικανότερο λαό, αν κατορθώναμε να μειώσουμε την όποια φοροδιαφυγή, να περιορίσουμε τη σπατάλη του Δημοσίου κοκ.

Επομένως, όχι μόνο είναι αδύνατο να αποπληρώσουμε τα χρέη μας ή να μειώσουμε το έλλειμμά μας, αλλά ούτε καν να σταματήσουμε τη συνεχή αύξηση τους, τουλάχιστον μέχρι το σημείο που δεν θα μπορούμε να τα πληρώσουμε, μην κατορθώνοντας κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον να εξασφαλίσουμε τον περαιτέρω δανεισμό μας.

Σίγουρα, εάν δεν είμαστε μέλος της Ευρωζώνης θα είχαμε ήδη χρεοκοπήσει, ιδίως όταν αρχίσει να γίνεται έντονη η αντίστροφη λειτουργία της πιστωτικής επέκτασης: η πιστωτική συρρίκνωση, κατά την οποία τα 10 € που είχαν γίνει ως εκ θαύματος 1.000 €, «αναδανειζόμενα» και «πολλαπλασιαζόμενα», επανέρχονται στην πραγματική τους αξία.
Ταυτόχρονα όμως (και εδώ υπεισέρχεται ο ηθικός κίνδυνος από την αντίθετη πλευρά του), εάν δεν είμαστε μέλος αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία επιβάλλονται δυστυχώς κατά καιρούς κάποιοι εγωκεντρικοί «ηγεμόνες», δεν θα είχαμε φτάσει ποτέ σε αυτήν την κατάσταση.

Δεν θα είχαμε επενδύσει ποτέ σε τόσους δρόμους, δεν θα είχαμε κατασκευάσει τέτοια έργα, δεν θα είχαμε διοργανώσει τους Ολυμπιακούς αγώνες, δεν θα είχαμε επεκταθεί στην Ανατολική Ευρώπη και δεν θα είχαμε κάνει πολλά άλλα.
Θα ήταν όμως οι επιχειρήσεις μας δικές μας, θα απολαμβάναμε εμείς τα μερίσματα τους, θα ήμαστε ανεξάρτητοι, ελεύθεροι και δεν θα αναγκαζόμαστε να αγωνιάμε για ένα βιοτικό επίπεδο που βασίστηκε στα χρέη που κατά κάποιον τρόπο μας επιβλήθηκαν. Αξίζει επομένως να αναρωτηθούμε τα παρακάτω:

* Μήπως, αφού δυστυχώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση, η ΕΕ θα πρέπει να φροντίσει να αυξηθούν τόσο το ΑΕΠ, όσο και οι εξαγωγές μας, περιορίζοντας ταυτόχρονα την τεράστια «φοροαποφυγή» των Ευρωπαϊκών πολυεθνικών που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μας;

* Μήπως εμείς οφείλουμε να μετατρέψουμε το δημόσιο χρέος μας, εσωτερικό και εξωτερικό, εξ ολοκλήρου σε μακροπρόθεσμο, σταματώντας πλέον να δανειζόμαστε και απαιτώντας από την ΕΕ την εγκατάσταση παραγωγικών, όχι μόνο εμπορικών επιχειρήσεων;

* Μήπως για την εξόφληση των τόκων και των χρεολυσίων, θα πρέπει να αποφασισθεί ένα σταθερό ποσοστό επί του ΑΕΠ μας (για παράδειγμα 10%), το οποίο να είναι εφικτό να εκταμιεύεται σε ετήσια βάση, για όσα χρόνια χρειασθεί, έτσι ώστε να εξοφλήσουμε κάποτε, χωρίς να εμποδίζονται οι απαραίτητες δημόσιες επενδύσεις για την ορθολογική λειτουργία της οικονομίας μας;

Προφανώς δεν είμαστε η μοναδική μικρή οικονομία της Ευρωζώνης, ούτε μόνο εμείς αντιμετωπίζουμε προβλήματα, επαυξημένα από την παγκόσμια κρίση.
Όμως, οι κρίσεις δεν δημιουργούν μόνο προβλήματα, αλλά και τεράστιες ευκαιρίες. Χωρίς καμία αμφιβολία, η μεγαλύτερη ευκαιρία για την Ευρώπη σήμερα είναι η αναγωγή του Ευρώ σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, στη θέση του δολαρίου. Μόνο και μόνο αυτό θα έφτανε, αφ’ ενός μεν για να υπερκαλύψουμε τις ζημίες που μας προξένησαν οι Η.Π.Α., αφ’ ετέρου δε για να επιτύχουμε μία άνευ προηγουμένου ευημερία όλων των κρατών-μελών του ευρώ.

Όπως έχουμε ήδη γράψει, «Όσο αυξάνεται ο όγκος των συναλλαγών που γίνονται με το νόμισμα μίας συγκεκριμένης χώρας, τόσο αυξάνονται και τα κέρδη της, καθώς επίσης η διεθνής ανταγωνιστικότητα που απολαμβάνουν τόσο οι τράπεζες, όσο και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί της εν λόγω χώρας».

Αντί λοιπόν να χάνουμε (οι χώρες της Ευρωζώνης) το χρόνο μας, αναζητώντας λύσεις σε δευτερεύοντα προβλήματα και να αλληλοκατηγορούμαστε, είναι προτιμότερο να κοιτάξουμε το μέλλον με αισιοδοξία, επιταχύνοντας τις ενέργειες που είναι απαραίτητες για την κοινή μας πρόοδο.

Η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει μία δική της αποτελεσματική χρηματοπιστωτική αγορά, να γίνει ένας άριστος νομισματικός χώρος (διευκόλυνση της μετανάστευσης του κεφαλαίου και της εργασίας εντός των συνόρων της) και να ολοκληρωθεί πολιτικά, μετατρέποντας τα κράτη σε ισότιμες Πολιτείες και αποκτώντας μία πραγματική Ευρωπαϊκή Κυβέρνηση. Εάν δεν το κάνει σήμερα, με την ευκαιρία της κρίσης που προκάλεσαν οι Αμερικανοί, ίσως δεν θα έχει ποτέ ξανά τη δυνατότητα – τουλάχιστον όχι με τόσο χαμηλό κόστος.

Ας μην ξεχνάμε ότι στη Γερμανία, μόνο η ενίσχυση μίας τράπεζας της κόστισε στο δημόσιο πάνω από 100 δις € - σχεδόν το μισό δηλαδή του δικού μας χρέους. Χωρίς καμία αμφιβολία, η ενίσχυση ενός ολόκληρου κράτους, στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, είναι κατά πολύ σημαντικότερη από αυτήν μίας τράπεζας, η οποία μάλιστα δεν είναι και η βασικότερη της χώρας. Πόσο μάλλον όταν σε αυτό το κράτος, στην Ελλάδα, έχουν εγκατασταθεί πάμπολλες ευρωπαϊκές εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες μεταφέρουν τεράστια ποσά στις χώρες προέλευσης τους, «αδυνατίζοντας» συνεχώς τη φορολογική του βάση και μειώνοντας διαρκώς την ανταγωνιστικότητα των δικών του επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερα όταν για την κερδοφόρα λειτουργία αυτών των «ξένων» επιχειρήσεων, έχει επενδύσει τεράστια ποσά δανειζόμενο το Ελληνικό δημόσιο (όλοι εμείς), τα οποία οφείλει να εισπράξει για να εξοφλήσει.

Εκτός αυτού, τόσα χρόνια τώρα, προστατεύουμε τα σύνορα της Ευρώπης με δικό μας κόστος, αγοράζοντας μάλιστα αρκετό από τον πολεμικό μας εξοπλισμό από ευρωπαϊκές εταιρίες.

Ίσως λοιπόν θα πρέπει κάποτε να μας εξοφλήσει η ΕΕ τις υποχρεώσεις της, επιτρέποντας μας να εξοφλήσουμε σωστά τις δικές μας.

Όλες οι υπόλοιπες «δήθεν» λύσεις, οι αυτομαστιγώσεις και οι «πολιτικές» αλληλοκατηγορίες, είναι πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου – ανέφικτες δηλαδή, δουλοπρεπείς, μίζερες και μη ρεαλιστικές.

Oι ηγέτιδες δυνάμεις της ΕΕ δεν πρέπει να συμπεριφέρονται σαν τα γνωστά μας Golden Boys, τα οποία λεηλατούσαν τις τράπεζες όσο ήταν κερδοφόρες, επιστρέφοντας τες καταχρεωμένες στα κράτη, όταν ξέσπασε η κρίση και έπαψαν πια να αποδίδουν.

Το μέλλον τους, όπως και το μέλλον όλων μας, είναι σε άμεση συνάρτηση με μία πραγματική, δίκαιη, πολιτική και όχι μόνο οικονομική ένωση, ισότιμων μεταξύ τους Κρατών-Πολιτειών.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν εξαρτόμαστε πλέον μόνο εμείς από την Ευρώπη, αλλά στον ίδιο βαθμό και η Ευρώπη από εμάς. Η κρίση του Μεξικού επηρέασε κάποτε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, παρά το ότι δεν υπήρχαν σοβαρές εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους. Μία δική μας ενδεχόμενη κρίση, εάν δεν απορύθμιζε ολόκληρο τον κόσμο, σίγουρα θα λειτουργούσε καταστροφικά όχι μόνο για τις ηγέτιδες, αλλά για όλες τις χώρες της ΕΕ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: